Page 1


Ι∆ΟΥ Ιδού. Η προτροπή του θαυµατοποιού ή η προσταγή του τυράννου εµπρός σε ένα επιβλητικό θέαµα. Η ίδια αυτή προστακτική βρίσκεται στο επίκεντρο των πρόσφατων κολλάζ της Λένας Αθανασοπούλου, όµως εκεί η προτροπή απεκδύεται τον µανδύα της προσταγής. ∆ιότι πέρα από την προφάνεια των έργων, συντελείται µια παρέκκλιση από την απατηλή αποκάλυψη του µοντάζ, η οποία αποφεύγει τους κάθε λογής παραπλανητικούς συµφυρµούς και τα µαγικά τεχνάσµατα της µορφής. Αντ’ αυτού, τα κολλάζ της Αθανασοπούλου µετασχηµατίζουν την απλή θέαση σε µαρτυρία της συναρµογής ενός στιγµιότυπου ιδωµένου στον χώρο. Τα έργα της ζητούν την αρµόζουσα προσοχή εν όψει µιας απτής και επαπειλούµενης αποσύνθεσης –µιας καταστροφής που προµηνύεται µέσω µορφών οι οποίες, κολληµένες η µια πάνω στην άλλη, ασφυκτιούν υπό το βάρος µιας ορατής έλξης προς το κενό. Στις εικόνες της παρατάσσονται αγκυλωµένες µορφές και κινήσεις, έρµαια της εξαρθρωτικής επενέργειας των εντροπιακών δυνάµεων του τυχαίου, της αφαίρεσης και της βαρύτητας, οι οποίες υποστασιοποιούνται για να διαλύσουν τα πλάσµατα της φαντασίας στα πρωτογενή συστατικά τους. Τα έργα δεν αφήνουν να διαφανεί ότι αντιδιαστέλλονται κατά τρόπο απόλυτο προς τις εικόνες που αρύονται από τη θολία της οπτικής κουλτούρας. Απεναντίας, υποδηλώνουν ότι τα σπαράγµατα αυτά είναι εξ αρχής προορισµένα να επιστρέψουν στον λευκό θόρυβο της ανάγλυφης ύλης από την οποία αναδύθηκαν ερήµην τους ως πρωταγωνιστές. Μέσω µιας επισφαλούς ισορροπίας, τα έργα της Αθανασοπούλου αφήνουν να εκδηλωθεί µια παράδοξη επιθυµία που άγεται και φέρεται ανάµεσα στην εξιδανίκευση του εξαναγκασµού, της συγκάλυψης και του ετερόκλητου και στις ανώνυµες, διαστροφικές ελευθεριότητες της αποσύνθεσης και της υποταγής –κρατώντας παράλληλα αποστάσεις από τη θεαµατική µαρτυρία της πτώσης. Ως εκ τούτου, τα ακέφαλα σώµατα της Αθανασοπούλου, οι φασκιωµένες µορφές και ο πανεπόπτης οφθαλµός, µολονότι φιµωµένα και υπεριπτάµενα, βρίσκουν, εν µέσω λωρίδων ξεραµένης γης, ερηµωµένων πόλεων και κατεστραµµένων αψίδων, το έρεισµά τους. Η καλλιτέχνις εισάγει συγκειµενικούς υπαινιγµούς υπό τη µορφή διαστάσεων, πλαισίων, τύπων και τοπίων, τους οποίους ξεδιπλώνει σαν επιζωγραφισµένο σκηνικό µεταξύ των δυσοίωνων επανεµφανίσεων του ανερµήνευτου. Σε αυτή τη στιγµιαία φυλλοµέτρηση και την ιξώδη σύγκρουση των κόσµων, η Αθανασοπούλου εµφανίζει τους αλλόκοτους χαρακτήρες της. Όµως αυτές οι απαστράπτουσες εµφανίσεις έχουν ένα τίµηµα. Οι µορφές της υπαναχωρούν µπρος στην ίδια την ορµή που τις ώθησε στο προσκήνιο: κουβαλούν το αφόρητο βάρος της απώλειας, της καταστροφής και της µοναξιάς που αντισταθµίζει την εφήµερη φωτεινότητα της στιγµής τους υπό το φως του ήλιου. Αιωρούµενες σε µια µετέωρη ισορροπία, αυτές οι ελάσσονες µορφές δεν αποσπάστηκαν άσκοπα από το σχιζοφρενικό χάος της οπτικής ασυναρτησίας για να συρθούν στο φως της αναγνώρισης και των νοητών σχηµάτων. Η δηµιουργία τους εξυπηρετεί, εν τέλει, την καλλιτέχνιδα στη συνάρθρωση µιας υπερβατικής µεταφοράς της ύπαρξης µέσω της προσωρινής αγωνιώδους απόσπασης της µορφής από την ύλη. Stephanie Bertrand Επιµελήτρια εκθέσεων και συγγραφέας


Η εµπειρία του κολλάζ εδράζεται πάνω στην εµπειρία ενός σκληρού ορίου: συχνά γίνεται αντιληπτό ως µια ρήξη, διάρρηξη, ως ένα παράδοξο ή µια τοµή σε υποτιθέµενες κατηγορίες και κανονιστικές παραδόσεις. Ο Πικάσο, σε γράµµα του προς τον Μπράκ, το περιέγραψε ως µια πράξη προκλητική, όπου «πετάει κανείς λίγη σκόνη στα µάτια του απαίσιου καµβά µας». Κι αυτό µπορεί να κρατήσει καιρό, µπορεί η εικόνα να γίνει κάτι σαν δαιδαλώδης λαβύρινθος, τον οποίο θα πρέπει να διατρέξουµε ή να περιπλανιόµαστε µέσα του και µαζί του, χωρίς να ξέρουµε ποτέ αν και πώς θα βγούµε κάποτε. Και κάποια στιγµή ή ίσως διαρκώς, ανακαλύπτουµε µια εικόνα που είναι πάντα απολύτως ξένη. Ωστόσο, παρά τους διαχωρισµούς που επιβάλλει, τις περίεργες και συχνά απροσδόκητες συµπαραθέσεις, ένα κολλάζ µπορεί επίσης να µας προκαλέσει µια πολύ διαφορετική συνείδηση της αρµονίας των µερών του. Και πράγµατι, στην περίπτωση της Λένας Αθανασοπούλου, τα επιµέρους µέρη είναι ιδιαιτέρως σχολαστικά και τελικώς οργανικά συνδεδεµένα. Κι ενώ, κανονιστικά, στην κατηγορία του κολλάζ, η αφήγηση ποτέ δεν είναι µία -και δη γραµµική-, εδώ είναι οµοιογενής, κάτι που προκύπτει από την πολύ συγκεκριµένη στιγµή τοποθέτησης ενός συγκεκριµένου κοµµατιού πάνω στο άλλο. Οι κινήσεις και οι επιλογές λειτουργούν µεταµορφωτικά, ενώ οι µετασχηµατισµοί µοιάζουν χορευτικές κινήσεις ή σκηνοθετική χειρονοµία, γεµάτοι έκπληξη, άλλοτε µελαγχολία, αναπόληση ή φαντάσµατα του παρελθόντος και ίσως και του µέλλοντος. Ο χώρος που δηµιουργείται µέσα στους πολλαπλούς χρόνους των επιµέρους µερών των έργων είναι µια πτυχή της εµπειρίας του κολλάζ της Λένας Αθανασοπούλου, µια εµπειρία που µόνο στην αρχή γίνεται αντιληπτή µέσα από τις φορµαλιστικές της διατυπώσεις και στη συνέχεια δείχνει το δρόµο της καλής τέχνης: εκείνης που σε κάνει να ξεχνάς το µέσο, να αναζητάς επιµόνως το νόηµα που ανθίσταται και να σκέφτεσαι την αντίληψη, το στοχασµό του καλλιτέχνη. Της τέχνης εκείνης που σε κάνει να νιώθεις ότι έχεις αλλάξει γυαλιά. Το έργο της –και όχι µόνο το κολλάζ ως είδος- δεν έχει να κάνει µόνο µε το χώρο της χειρονοµίας ή το χώρο ως µια δυναµική σκηνή, αλλά και το χρόνο: εκεί η καλλιτεχνική της πράξη πράγµατι οµοιάζει περισσότερο στη θεατρική σκηνοθεσία και τον κινηµατογράφο παρά στη ζωγραφική, και δεν είναι τυχαίο ότι ασχολείται τόσο µε το βίντεο όσο και, σταδιακά, µε την περφόρµανς. Έτσι, η εικόνα, το έργο, µετατρέπεται ξανά σε σώµα, τελετουργικό σώµα, και συνδέει σε νέο χρόνο τη σκοπελίτικη φορεσιά ή µια εικόνα πυκνού δάσους µε την έτσι κι αλλιώς (από παλιά) πλαστή εικόνα µιας Θεσσαλονίκης, όπως την φαντασιώνονταν οι αποδέκτες των καρτών των δυτικών στρατευµάτων. Πράγµατι, αν το κολλάζ, ήδη από την εποχή της γέννησής του, δεν διεκδικεί πρωταρχικά το χαρακτηριστικό της σωµατικότητας, στην περίπτωση της Λένας Αθανασοπούλου νοµίζω ότι το έχει. Η σωµατικότητα αυτή δεν αφορά τη χειρονοµία του κοψίµατος και του κολλήµατος, αυτή την κίνηση που ξέρουµε πολύ καλά πια στα ψηφιακά µέσα από την ευκολία του cut-paste, αλλά αφορά τη διαχείριση των τόπων, του γυναικείου σώµατος ως ανθρώπινου προσώπου, των κρυφών του µονοπατιών, του βλέµµατος. Την ίδια στιγµή που η προσωπική διάσταση των έργων της Αθανασοπούλου είναι ισχυρή –πώς θα µπορούσε άλλωστε;- , τότε η πολιτική διάσταση αµβλύνεται πονηρά, αλλά παραµένει σταθερά εκεί: και µιλά για τις στρατηγικές της εικόνας ήδη από την εποχή της µηχανικής αναπαραγωγής των αρχών του εικοστού αιώνα, για τις στρατηγικές της χειραγώγησης του βλέµµατος –ειδικά µέσα στις σελίδες του τύπου- και την ίδια στιγµή για τις στρατηγικές της δηµιουργίας µιας νέας πραγµατικότητας –όσο πραγµατική ήταν πάντα και είναι και σήµερα, αναλογική ή ψηφιακή, φιξιόν ή όχι. Ο µετεωρισµός ανάµεσα σε µια αίσθηση πραγµατικότητας και ταυτόχρονα στη φυγή από την πραγµατικότητα και η αιώρηση στο κατασκευασµένο που γίνεται πραγµατικά φανταστικό και πάντα υπόρρητα τρυφερό και κάποτε σχεδόν µυθιστορηµατικό είναι η εµπειρία των έργων της Λένας. Και κυρίως η εµπειρία αυτή εντοπίζεται στις προσεκτικές γέφυρες που στήνει προς τις ετερότητες, που είµαστε εµείς. Το µοντάζ της, υπερβαίνοντας τη φαντασµαγορία των υπερκειµενικών στρατηγικών, συµφιλιώνει αντιφατικότητες, αποκαλύπτει ποίηση, αποκαθιστά τη χαµένη καθαρότητα και µοιάζει να επουλώνει πολλά από τα τραύµατα του Πύργου της Βαβέλ. Αυτή είναι µια ενορχήστρωση της Λένας Αθανασοπούλου, που επιτρέπει να ξαναµοιραστούν τα χαρτιά και το παιχνίδι να µπορεί να συνεχίζει. Θούλη Μισιρλόγλου Ιστορικός τέχνης - Επιµελήτρια εκθέσεων και συλλογών


“[...] Ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράσι, συνυφασµένη µε την ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο, ή ένα γάντι. Ιδού και µία εφηµερίς, που γίνεται δάσος µυροβόλον, ή και υψίπεδον µε χιονοσκεπείς κορδιλιέρες. Η ποίησις µεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην ποίησι. Η συµµετοχή µας σε οιονδήποτε φαινόµενον ή γεγονός, δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθηµα, µία παρόρµησις, µία λέξις, µπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπνά αντικείµενα µε ζωή παλλόµενη και µορφή δική τους [...]”. Α. Εµπειρίκος Από τα "Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία"

Εκείνη ήταν πάντα καλοντυµένη –µε τα παραδοσιακά της ρούχα τις περισσότερες φορές- κρυµµένη πίσω από τη µάσκα της δυνατής που τα φέρνει όλα βόλτα, µε πληθωρικό και χαµογελαστό τρόπο. Η αίσθηση απουσίας του άντρα της, ακόµη κι όταν αυτός ήταν ενίοτε παρών, δεν έπαψε να είναι για µένα µία ισχυρή εντύπωση και ανάµνηση. Μετακινήθηκε µαζί µε τα παιδιά της ανάµεσα σε σπίτια, άλλαξε τόπους, έδωσε στον χρόνο την αξία του και στους ανθρώπους την καλοσύνη ή την αυστηρότητα που τους άρµοζε. Ήταν η µητέρα της µητέρας µου· και µε έναν εκπληκτικό τρόπο µετέτρεπε πάντα στις διηγήσεις της, ακόµη και την εµπειρία τής βίαιης µετανάστευσης, σε µία κινηµατογραφική έως και συναρπαστική περιπέτεια, που την αντιµετώπισε µε ασυµβίβαστη αξιοπρέπεια. Όταν «έφυγε», άφησε πίσω της ένα ισχυρό περιουσιακό στοιχείο: µία µνήµη διαφορετική, θετική και στιβαρή, ακόµη και για τις εµπειρίες και τα γεγονότα που η ιστορία καταγράφει µε τον πιο µελανό τρόπο. Άφησε µνήµες ατρόµητες. Η κόρη της -και µητέρα µου- κληρονόµησε µερικές από τις αδυναµίες της στο χαρακτήρα της, αλλά και την αστείρευτη δύναµη στον καθηµερινό βίο και στην οικογένεια. Ζει σαφώς πιο ελεύθερη, είχε άλλωστε το δικαίωµα περισσότερων επιλογών και λιγότερων προβληµάτων, µεγάλωσε και ωρίµασε σε ένα περιβάλλον πιο ελεγχόµενο, µε πολύ λιγότερα µεταβατικά και ιστορικά συµβάντα. Παρ’ όλα αυτά, ίσως τελικά να είναι πιο συντηρητική από την πρόγονή της. Όπως και να’χει, εξακολουθεί να ζει τη ζωή της χωρίς συγκλονιστικούς τριγµούς, να κινεί το βλέµµα της µε µεγαλύτερη ελευθερία, να µπουρδουκλώνει τεχνηέντως το κιµπαριλίκι µε το κιτς και το χαµόγελο µε εκείνο το υπόκωφο κλάµα της προηγούµενης γενιάς. Οι εικόνες της έχουν ακόµη εν ζωή µάρτυρες, που ακούγονται πιο ηχηρά από όσο αυτοί της προηγούµενης γενιάς. Η ιστορία έχει καταγράψει µεν τις εικόνες και τις µαρτυρίες αυτές, αλλά δεν είναι βέβαιο τελικά εάν τις έχει αφοµοιώσει. Η κόρη της κόρης της (είθισται να µας χαρακτηρίζουν «εγγονές»), µπορεί και είναι ακόµη πιο ελεύθερη από όλες τις προηγούµενες γενιές. Σαφώς πιο απενοχοποιηµένη ως προς τα λάθη, τα πάθη και κάθε πιθανή συµβατική ή εναλλακτική επιλογή. Η ιστορία της δικής της εποχής καταγράφεται πλέον µε εξαιρετική ευκολία και µε τόση λεπτοµέρεια, που τελικά έχει ένα εξίσου θολό αποτέλεσµα µε την µακρινή ιστορία, που ακούγεται πια αχνά ή που έχει σχεδόν ξεχαστεί. Είναι µία ιστορία παραδοµένη στο τεχνολογικό αλτσχάϊµερ, τόσο γεµάτη από αποσπασµατικές καταγραφές, που τσαλακώνει την αντίληψη της πραγµατικότητας. Περίπου έτσι, µεταξύ τριών γενεών, αποτυπώνεται στο ανθρώπινο DNA η ιστορία και η εµπειρία της· κάπως έτσι ίσως και να ανακυκλώνεται. Με αφηγήσεις, καταγραφές, εικόνες αλλοιωµένες είτε από το χρόνο είτε από την καταναλωτική κατάχρηση. Κάπως έτσι αποτυπώνουν και τα κολάζ της Λένας Αθανασοπούλου, αλλά και το σκεπτικό των έργων της εν γένει, την ιστορία: µε ασύνδετες εικόνες-στοιχεία, που µπλέκουν τόπους, χειρονοµίες, πραγµατικότητα και όνειρο, βία και τρυφερότητα, σχέσεις εξουσίας ή σχέσεις εκ της ουσίας, µέσα στο χρόνο. ∆ιαδοχικές γενιές γυναικών, λαογραφικές αφηγήσεις, κοµµάτια εικόνων που αναµοχλεύουν συλλογικές και προσωπικές µνήµες και αµνησίες, τα έργα της Αθανασοπούλου στήνουν µία εκ νέου ιστορική αφήγηση (συλλογική ή και προσωπική, όπως η παραπάνω), που διαµορφώνεται και προσλαµβάνεται µέσα από το δικό µας βλέµµα, µέσα στο context που εντέλει εµείς οι ίδιοι ορίζουµε. Αρετή Λεοπούλου Ιστορικός τέχνης - Επιµελήτρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης


BEHOLD Behold. A conjuror or a tyrant’s command to look upon a mighty spectacle. Such an imperative lies at the heart of Athanasopoulou’s recent collage works. But their entreaty veers from that of his master’s voice. For beyond the works’ immediate appearance, there is at last a swerve away from the false rapturous revelation of montage that eschews the format’s dazzling artifices and magic tricks. In its place, Athanasopoulou’s collages reformulate the instruction to behold as a call to witness a singular ‘being held’ –together– for the space of an instant. Her works command an attention that can only come about through the very real threat of an impending dispersal –a doom which she signals through overly bound and clenched forms plagued by a visible attraction to the void. Her images parade trussed up figures and gestures on the verge of petering out, wrenched by the entropic forces of randomness, abstraction and gravity known to run figments to the ground from which they first emerged, once instrumentalized. There is no pretense that the works might wrestle the borrowed images from the indistinct muddle of visual culture in any absolute way. On the contrary, they inherently signify that such fragments are bound from the first to return to the white noise of the textured ground from which they were brought forth as unassuming protagonists. By way of such a precarious equilibrium, Athanasopoulou’s collages suggest a paradoxical desire both for the elevated grace of constraint, withholding, differentiation, and for the anonymous, perverse freedoms of disintegration and conformity –while keeping the intermediary bells and whistles of the fall’s spectacular flash and burn at bay. Thus, amidst stretches of scorched earth, barren cities and broken arcades, Athanasopoulou’s headless bodies, swathed figures and all-seeing eye, though gagged and floating, are not without anchor. The artist inserts contextual hints in the form of measures, frames, formulas, and sceneries, which she unrolls like painted backdrops between the looming curtain calls of indecipherability. In these momentary parting of pages and sticky collision of worlds, Athanasopoulou allows her unlikely characters to register as clear as day. But these shining appearances come at a price. Her figures bare the brunt of that which has propelled them to the fore: the insufferable weight of loss, destruction and loneliness offsetting the ephemeral lightness of being of their moment in the sun. Hanging in the balance, these minor figures were not wrenched from the schizophrenic chaos of visual mumble jumble, and held up to the light of recognition and intelligibility, without a purpose. Their creation ultimately serves the artist to articulate a transcendent metaphor for existence via the temporary agonizing differentiation of figure and ground. Stephanie Bertrand Independent curator & writter


The experience of collage is based on the experience of the hard line, the limit: it is often perceived as a break, a fissure, a paradox – or a disruption of assumed categories and prescriptive traditions. In a letter to Braque, Picasso described it as a provocative act, in which one ‘casts a little dust into the eyes of our wretched canvas’. And the process may take time; the image may resemble a labyrinthine maze, which we must traverse, or in which and with which we must wander without ever knowing if and how we will emerge. And at a certain moment, or perhaps continually, we discover an image which is always absolutely alien. Nevertheless, despite the separations it imposes, the curious and often unexpected juxtapositions, a collage can also awaken in us a very different awareness of the harmony of its constituent parts. And indeed, in the case of Lena Athanasopoulou, the individual parts are organically linked, connected with meticulous care. And while the theory of collage holds that narrative can never be single and linear, here it is homogeneous, owing to the very specific moment at which one particular fragment is placed on the other. Movements and choices function as transforming processes, while the changes they bring about resemble movements in a dance, or gestures in a play, full of surprise, or at other times melancholy, reverie, or spectres of the past and perhaps, too, the future. The space which is created through the multiple times of the individual components of the works is an aspect of the experience of collage as created by Lena Athanasopoulou, an experience only perceived in the beginning through its formalistic expression, but which then indicates the path of fine art: that which induces you to forget the medium, to insistently seek out the resistant meaning, to think of the perception, the reflection of the artist. That art which makes you feel you have donned a new pair of spectacles. Her work –not only the collage as genre– is not to do only with the space of gesture, or space as a dynamic scene, but also with time: here her artistic praxis indeed has more in common with stage or cinema than with painting, and it is no accident that she is so involved with video and, increasingly, performance art. Thus the image, the work, is transformed again into the body, the ritual body, linking in a new time the traditional clothing of Skopelos or an image of dense forest with what is in any case (long since) a fictitious image of Thessaloniki, a city of Thessaloniki imagined by the recipients of postcards from the allied forces. In fact, if collage, from its very beginnings, has not claimed first and foremost the quality of corporality, in the case of Lena Athanasopoulou I do believe it possesses this property. This corporality does not relate to the gesture of cutting and pasting, this movement with which we are familiar now in digital terms through the convenience of cut-and-paste on our computers, but pertains instead to the handling of places, of the female body as a human face, of its hidden pathways, of the gaze. While the personal dimension in the oeuvre of Athanasopoulou is robust (and how could it not be?), the political dimension is covertly dulled, although remaining consistently present. It speaks of the strategies of the image from the age of mechanical reproduction, in the early years of the twentieth century, of the strategies of manipulation of the gaze –particularly through the pages of the press– and at the same time of the strategies used to create a new reality, however real that reality was and is, analogue or digital, fiction or fact. This hovering between a sense of reality and a flight from reality, this suspension within the constructed world which becomes truly fantastic, while always implicitly tender, sometimes almost novelistic – this is the experience to be derived from Lena’s oeuvre. And the experience is mainly to be found in the carefully constructed bridges towards the ‘others’, i.e. towards ourselves. Transcending the fantasy of hypertextual strategies, her montage reconciles contradictions, reveals the poetic, restores lost purity and seems to heal many of the wounds of the Tower of Babel. This is an orchestration which, in the hands of Lena Athanasopoulou, allows us to redistribute the cards, so that the game can recommence. Thouli Misirloglou Art Historian – Curator of exhibitions and collections at the Macedonian Museum of Contemporary Art


“[...] Ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράσι, συνυφασµένη µε την ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο, ή ένα γάντι. Ιδού και µία εφηµερίς, που γίνεται δάσος µυροβόλον, ή και υψίπεδον µε χιονοσκεπείς κορδιλιέρες. Η ποίησις µεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην ποίησι. Η συµµετοχή µας σε οιονδήποτε φαινόµενον ή γεγονός, δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθηµα, µία παρόρµησις, µία λέξις, µπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπνά αντικείµενα µε ζωή παλλόµενη και µορφή δική τους [...]”. from A. Embirikos, "Writings or Personal Mythology"

She was always very well-dressed –wearing most of the times her traditional clothes-, hidden behind the mask of the strong woman, able to manage everything, always having a rich, big smile on her face. Her husband –absent even when he was occasionally present- still is for me a strong impression and memory. She moved with her children between homes, changed places, she gave time and value to kind people or strictness to those who deserved it. She was the mother of my mother; and in a surprising way she could turn everything to exciting stories, she could turn even the tough experience of her forced migration in a cinematic adventure, that she dealt with an uncompromising dignity. When she was gone, she left behind a rich heritage: a different kind of memory, positive and thriving, even for those experiences and events that history documents the darkest way. She left us fearless memories. Her daughter -and my mother- inherited some of her mother’s weaknesses in her character, but also the inexhaustible power to deal with everyday life and family issues. She clearly has a much more free lifestyle, she had indeed the right to more choices and much fewer problems; she grew and matured in a more controlled and safe environment, with far fewer transitional and historical incidents. Nevertheless, she may eventually be more conservative than her ancestor. Regardless, she continues to live her life without significant problems, to stare at the world with more freedom and to artificially combine nobility with kitsch, as well as big smiles with the infernal cries of the previous generation. The images of her age are still alive, witnessing history more loudly than those of previous generations. History has recorded those images and testimonies, yet it is uncertain if those memories are truly assimilated. The daughter of her daughter (we are usually characterized as "grand daughters"), is able and does actually have a much more free lifestyle than all previous generations. She’s clearly with less guilt for making mistakes, having passions and making her choices possible -conventional or alternative ones. The story of her own era is documented right now, at the present, with ease and with so much detail, that it ultimately has an equally hazy effect as distant history does. It is a history based on a technological, almost an ‘Alzheimer’ speed, so full of partial recordings, that almost wrecks the perception of reality. This way, between those three generations, history and its experience are absorbed in the human DNA, maybe even recycled. With stories, recordings, images corrupted either by time or by its consuming abuse. This way, the collages of Lena Athanasopoulou and the perception of her oeuvre in general approach and represent history: with disconnected images-elements that bring together places, gestures, reality and dream, violence and tenderness, power relations or substantial relations, through time. Successive generations of women, folk tales, parts of images that mix collective and personal memory –or amnesia-, the works of Athanasopoulou set up an historical narrative, formed through and perceived by our own eyes, within the context that we finally define by ourselves. Areti Leopoulou Art historian - Curator, Contemporary Art Center of Thessaloniki


Ευχαριστώ Θερµά την Νόρα Στέφου & το Λαόγραφικό Μουσείο Σκοπέλου για την εµπιστοσύνη και την βοήθεια στην υλοποίηση έργου στο νησί της Σκοπέλου, το Αρχοντικό Βακράτσα και το ∆ήµο Σκοπέλου για την φιλοξενεία στο χώρο και τον δανισµό Σκοπελίτικης παραδοσιακής φορεσιάς, την Καίτη Γερµανού για την βοήθεια κατα την διάρκεια της φωτογράφησης στο Αρχοντικό Βακράτσα, τον Ζήση Σκαµπάλη, Ελένη Μπίντση και το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας - Θράκης για την άδεια πρόσβασης στο φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου και την παραχώρηση ψηφιακού αρχειακού υλικού, τον Γιάννη Μέγα για την εµπιστοσύνη και τον δανεισµό αρχειακού υλικού, τους Ελένη Συµβουλίδου, Λευτέρη και Χριστίνα Τσιλιγγίρη για τον δανεισµό slide προτζέκτορα, την Stephani Bertrand, την Αρετή Λεοπούλου, την Θούλη Μυσιρλόγλου, για την βουτιά που έκαναν στα κολλάζ και τον θεωρητικό λόγο που συνέταξαν, τον ∆ηµήτρη Γράνη & το Color Consulting Group για την υποµονή και τις εξαιρετικές ψηφιακές εκτυπώσεις, τον Βασίλη Μήττα για την φωτογράφηση στο Studio Underground, τους Μανώλη και Χρύσανθο Αγγελάκη απο την Tind για τις µεταξοτυπίες, την Φωτούλα Φιλοξενίδου για την υποµονή, και την γραφιστική πρόταση της πρόσκλησης και της αφίσας / καταλόγου, τον Λάµπρο Σακελλαρίου, για την υποστήριξη, την εµπιστοσύνη, την αγάπη, πάντα˙ είτε σε τρικυµµία είτε σε νηνεµία...

A warm thank you to A warm thank you to Nora Stefou & the Folk Museum of Skopelos for their trust and help regarding the completion of a photo shoot at the island of Skopelos, Vakratsa Mansion and the Municipality of Skopelos for access to the location of the Mansion and the loan of a female traditional costume, Kaiti Germanou for her help during the photo shoot at Vakratsa Mansion, Zisi Skambali, Eleni Bintsi and the Folk Life and Ethnological Museum of Macedonia - Thrace, for the permission to access the photography archive of the Museum and the permission to scan a selection of photographs, Yiannis Megas for his trust and permission to scan images out of his personal archive, Eleni Simvoulidou, Lefteris & Chrisitna Tsiligiris for the loan of two slide projectors, Stephanie Bertrand, Areti Leopoulou, Thouli Misirloglou for taking a dive into the collage work and realizing extremelly interesting pieces of theoretical writing, Dimitris Granis and Color Consulting Group for the support and the excellent digital inkjet prints, Vasilis Mittas for the photo shoot at Studio Underground, Manolis and Chrysanthos Aggelakis from Tind for the silkscreen work, Fotoula Filoxenidou for her support and the graphic art proposal for the invitation and the poster / catalog, Lambros Sakellariou, for his support, trust, love, always˙ in tempest times and in times of serenity...

www.lenathanasopoulou.com

Batagianni gallery

info@batagiannigallery.com / www.batagiannigallery.com

σχεδιασµός: Φωτεινή Φιλοξενίδου

Η αφίσα/κατάλογος της ατοµικής έκθεσης της Λένας Αθανασοπούλου µε τίτλο Αναπαραστάσεις - Representaciones που παρουσιάστηκε στη γκαλερί Μπαταγιάννη από τις 27 Σεπτεµβρίου έως τις 27 Οκτωβρίου του 2012, τυπώθηκε από τον Γιώργο Σκορδόπουλο σε χαρτί old mill bianco 100gr. το Σεπτέµβριο του 2012 στη Θεσσαλονίκη σε 300 αντίτυπα. The poster/catalogue of the solo exhibition of Lena Athanasopoulou under the title Representations - Representaciones which was being presented at Batagianni gallery from the 27th of September until the 27th of October 2012, was printed by Giorgos Skordopoulos on Old Mill Bianco 100gr. paper, on September 2012 in Thessaloniki in 300 copies.

Representaciones  

Exhibition Catalogue

Advertisement